ὑποβένθιος
ὑποβένθιος, under the depths
ὑποβένθιος, ον, (βένθος)
- = ὑποβύθιος, AP 7.636 (Crin.).
ὑπο·βένθιος, ος, ον, c. ὑποβύθιος, Anth. 7, 636.
Étym. ὑ. βένθος.
ὑποβένθιος, = ὑποβύθιος, Crinag. 39 (VII.636).
ὑποβένθιος
ὑπο-βένθιος, ον,
βένθος
- under the depths, Anth.