ὑποβαρύνομαι
ὑποβαρύνομαι, to be weighed down
ὑποβᾰρύνομαι,
- to be weighed down, ὑπό τινων Plu. Nob. 12 (Wytt. for ὑποβρυομένους).
ὑποβαρύνομαι, to be weighed down