ὑποβάτης Save LSJ Pape ὑποβάτης [ᾰ], ου, ὁ, = ὑπόβαθρον, Hsch.; dub. sens. in IG 2(2).1425.390. ὑποβάτης, ὁ, = ὑπόβαθρον, Hesych.