Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
καταβεβλακευμένως
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καταβαρβαρόω
καταβαρέω
καταβαρής
καταβάρησις
καταβαρύνω
κατάβαρυς
καταβάς
καταβασανίζω
καταβασία
καταβάσιον
καταβάσιος
κατάβασις
καταβασκαίνω
καταβασμός
καταβατέον
καταβατεύω
καταβάτης
καταβατικός
καταβατικῶς
καταβατός
καταβαΰζω
καταβαυκαλάω
καταβαυκάλησις
καταβαυκαλίζω
καταβαφή
καταβαφής
καταβδελύσσομαι
καταβεβαιόομαι
καταβεβαιόω
καταβεβαίωσις
καταβεβλακευμένως
καταβεβλημένως
καταβείομεν
καταβελής
καταβη
κατάβηθι
καταβήμεναι
καταβήσεται
καταβιάζομαι
καταβιάζω
καταβιβάζω
καταβίβασις
καταβιβάσκω
καταβιβασμός
καταβιβαστέος
καταβιβρώσκω
καταβινέω
καταβίνημι
καταβιόω
καταβίωσις
καταβλαβεύς
καταβλακεύω
καταβλάπτω
καταβλέθει
καταβλέπειν
καταβλέπω
καταβλεφαρίζω
κατάβλημα
καταβλής
καταβλητέον
καταβλητέος
…
καταβεβλακευμένως
Save
Pape
καταβεβλακευμένως
, [βλᾱ],
ganz nachlässig, träge
, s. κατεβλακευμένως.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts