Skip to content
Skip to search
Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem (opens in a new tab)
Keyboard shortcuts
Toggle dark mode
ἑρπυλλάριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἐροτή
ἔροτις
ἔρουα
ἔροψ
ἑρπάκανθα
ἐρπεδόεσσα
ἑρπετόδηκτος
ἑρπετόεις
ἑρπετόν
ἑρπετός
Ἑρπετοσῖται
ἑρπετώδης
ἑρπηδών
ἕρπηλα
ἑρπήλη
ἑρπήν
ἑρπηνώδης
ἕρπης
ἑρπησμός
ἑρπηστήρ
ἑρπηστής
ἑρπηστικός
ἑρπητικός
ἕρπιλα
ἕρπιλλα
ἕρπις
ἕρπνουν
ἐρπνοῦν
ἑρπτόν
ἑρπύζω
ἑρπυλλάριον
ἑρπύλλη
ἑρπύλλινος
ἑρπύλλιον
ἑρπυλλίς
Ἑρπυλλίς
ἕρπυλλος
ἕρπυλος
Ἕρπυς
ἑρπύσιμος
ἕρπύσιμος
ἕρπυσις
ἑρπυσμός
ἑρπυστάζω
ἑρπυστήρ
ἑρπυστής
ἑρπυστικός
ἕρπω
ἐρρ
ἐρρ-
ἔρρα
ἐρραγέως
ἐρράγην
ἐρράδαται
ἐρραίσθη
ἔρραμμα
ἔρραος
ἐρράπτω
ἐρρᾳστωνευμένως
Ἔρραυοι
ἔρρεε
…
ἑρπυλλάριον
Save
LSJ
ἑρπυλλ-άριον, τό, Dim. of
ἕρπυλλος,
Damocr.
ap.
Gal.
14.192.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}
Keyboard shortcuts
×
/
s
Search
←
→
Previous / next dictionary
1
–
9
Go to dictionary 1–9
j
k
Next / previous word in the word wheel
m
Switch between Logeion and Morpho
b
Save or unsave this word
Shift
B
Saved and recent words
l
Look up the selected word
Esc
Close suggestions or a panel
?
This list
Single-key shortcuts