reliable
reliable
adj.
P. and V. πιστός, βέβαιος, ἀσφᾰλής. ἐχέγγυος. ἀξιόχρεως (Eur. Or. 597, but rare V.), P. ἀξιόπιστος.
adj.
P. and V. πιστός, βέβαιος, ἀσφᾰλής. ἐχέγγυος. ἀξιόχρεως (Eur. Or. 597, but rare V.), P. ἀξιόπιστος.