Ναύπλιος Save Ναύπλιος, Nauplius Bailly 2024 1 Ναύπλιος, ου (ὁ) Nauplios, h. Eur. Hel. 767.2 Ναύπλιος, α, ον, de Nauplie, Eur. Or. 369. Étym. Ναυπλία.