Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ναυπηγέτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ναυλοδόκος
ναυλολογέω
ναῦλον
ναῦλος
ναυλοχέω
ναυλοχία
ναυλόχιον
ναύλοχον
ναύλοχος
Ναύλοχος
ναυλόω
ναυλώσιμος
ναυλωτικός
ναῦμα
ναυμαχέω
ναυμάχημα
ναυμάχης
ναυμαχησείω
ναυμαχητέον
ναυμαχητέος
ναυμαχία
ναυμαχικός
ναύμαχος
ναυμάχος
ναυμέδων
ναῦον
ναῦος
Ναυπάκτιος
Ναύπακτος
ναυπηγεῖον
ναυπηγέτης
ναυπηγέω
ναυπηγής
ναυπηγησία
ναυπηγήσιμος
ναυπήγησις
ναυπηγία
ναυπηγικόν
ναυπηγικός
ναυπήγιον
ναυπηγός
Ναυπλία
Ναυπλιάδης
Ναυπλίειος
Ναυπλιεύς
ναύπλιος
Ναύπλιος
ναύποδα
ναύποδες
ναύπορος
ναυπόρος
Ναύπορτος
ναύπρηστις
ναυπρύτανις
ναῦρα
ναυρός
ναῦς
ναῦσθλον
ναυσθλόω
ναυσία
ναυσίασις
…
ναυπηγέτης
Save
Pape
ναυπηγέτης
, ὁ,
f.l.
für ναυηγέτης.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}