ναυπήγησις
ναυπήγ-ησις, εως, ἡ,
- = sq., Sammelb. 6994.30 (iii B.C.), Asp. in EN 143.13, Hsch. s.v. ξυλοδωνίη.
ναυπήγησις, ἡ, = ναυπηγία, s. Lobeck Phryn. 513.