αὐτοπάρακτος
1 originado por sí mismo de Dios
οὔτε αὐ. ἐστιν οὔτε ἑτεροπάρακτος
ὁ θεὸς καὶ ὁ κόσμος
• subst. neutr. c. o sin art. lo originado por sí mismo
οὐδὲν διαφέρει αὐτοπάρακτον τοῦ αὐτογένους
τῶν αὐτοπαράκτων οὐ κυριεύει ἡ τοῦ θεοῦ βούλησις
2 adv. -ως a la manera de algo originado por sí mismo
αὐ. παραγενομένου τοῦ Θεοῦ
αὐτοπάρακτος, von sich selbst aufgeführt, Sp.