διήγημα
διήγημα, tale
- tale, λέγειν Phoenicid. 4.15; δ. ἀνωφελές Plb. 1.14.6, cf. LXX De. 28.37, Polem. Call. 42, Porph. Antr. 4, etc.
1 narración, relato, historia c. gen. subjet.
τὰ Ἰσαίου διηγήματα
τοῦ δράματος
περὶ αὐτοῦ
τερπνόν
στρατιωτικά
ἀνωφελές
ἐμπορικά
ἀσύμφωνα
ἐπιτραπέζια διηγήματα
Βεργαῖον δ.
relato bergeo, e.e. relato increíbleδ. ἐστι λόγος ἐκθετικὸς πραγμάτων γεγονότων ἢ ὡς γεγονότων
la narración es un discurso que expone hechos reales o supuestamente realesὁ μὲν διήγημ' ἔλεγεν
ἡ τομὴ τοῦ διηγήματος
Περὶ προθέσεως καὶ διηγήματος
tít. de una obra de Teofrasto
2 explicación
τὸ ... εὐαγγέλιον δ. νόμου
3 jur. informe, exposición redactado para su publicación
δ. ἀποκηρύξεως