μόνος
μόνος, μόνος, μόνη, μόνον, alone
- alone, solitary, μοῦνος ἐὼν πολέσιν μετὰ Καδμείοισιν Il. 4.388; ἢ ὅ γε μοῦνος ἐών Od. 3.217; μούνω ἄνευθʼ ἄλλων 16.239: joined with ἐρῆμος, S. Ant. 887, Ph. 470; μόνοι γὰρ ἐσμέν Luc. JTr. 21; ἄνθρωπος πρεσβύτης καὶ μ. BGU 180.23 (ii A.D.); φυγὴ μόνου πρὸς μόνον Plot. 6.9.11.
- 2 c. gen., σοῦ μόνος bereft of thee, without thee, S. Aj. 511; also μοῦνος ἀπʼ ἄλλων h.Merc. 193, S. Ph. 183 (lyr.); ἑτάρων ἄπο μ. A.R. 3.908.
- II only, μοῦνον Λαέρτην Ἀρκείσιος υἱὸν ἔτικτε, μοῦνον δʼ αὖτʼ Ὀδυσῆα πατὴρ τέκεν Od. 16.118, cf. Il. 9.482; μόνης γὰρ σοῦ κλύων ἀνέξεται A. Pers. 838, cf. 632 (anap.), Pr. 425 (lyr.), etc.; χοίνικος μόνας ἁλῶν for a gallon of salt only, Ar. Ach. 814; single, οὐκ ἄρα μοῦνον ἔην Ἐρίδων γένος, ἀλλὰ . . δύω Hes. Op. 11, cf. S. OT 1280; εἷς μοῦνος or μόνος, Hdt. 1.38, S. OT 63: once in Hom., μία μούνη Od. 23.227: joined with αὐτός, αὐτὼ μόνω Pl. Ly. 211c; αὐτοὶ καθʼ αὑτοὺς μόνοι Id. Plt. 307e.
- 2 c. gen., μοῦνος ποταμῶν alone of rivers, Hdt. 2.25, cf. 29; μ. θεῶν γὰρ Θάνατος οὐ δώρων ἐρᾷ A. Fr. 161; μ. τῶν ἄλλων ποιητῶν Lycurg. 102; but μοῦνος πάντων ἀνθρώπων he and no other of all men, Hdt. 1.25; ἀνδρῶν γε μοῦνος he and no other, S. OC 1250, cf. El. 531; ὦ μόνα ὦ φίλα γυναικῶν E. Alc. 460 (lyr.).
- 3 freq. repeated in the same clause, ξυμπεσὼν μόνος μόνοις S. Aj. 467; Ἕκτορος μόνος μόνου . . ἐναντίος ib. 1283; σὺν τέκνοις μόνη μόνοις E. Med. 513; μόνος μόνῳ D. 18.137.
- 4 expressing rhetorically pre-eminence in an action or quality, μόνα κατέχεσθαι ποιεῖ are unique for causing possession, Pl. Smp. 215c, cf. 222a, S. OC 261, OT 299, Isoc. 14.57; [ἐπέδειξε] σαφέστατα μόνος ἀνθρώπων Lys. 24.9.
- III Sup. μονώτατος one above all others, Ar. Eq. 352, Pl. 182, Lycurg. 89, Theoc. 15.137, Phld. Rh. 1.350 S.
- IV made in one piece, τάπης Edict.Diocl. 19.23.
- B Adv. μόνως, on one condition only, folld. by εἰ, Th. 8.81, X. Mem. 1.5.5, Cyr. 3.2.23; in one way only, Them. in Ph. 29.22, al.; in a unique manner, Dam. Pr. 98: later, simply, only, Phld. Oec. p.53 J., Ph. 1.559, AP 12.254 (Strat.), Iamb. Myst. 4.7, Procl. in Prm. p.479 S.
- II neut. as Adv., μόνον alone, only, οὐχ ἅπαξ μ. A. Pr. 211, etc.: freq. with imper., μ. φύλαξαι Id. Supp. 1012; ἀποκρίνου μ. Pl. Grg. 494d; so μ. Κράτος συγγένοιτό σοι A. Ch. 244; μὴ ʼμὲ καταπίῃς μ. E. Cyc. 219, etc.; ἐὰν μ. if only, Arist. Pol. 1292a3; οὐσίαν . ., οὐ χωριστὴν μ. only not separable, Id. Metaph. 1025b28.
- 2 οὐ μόνον . ., ἀλλὰ καὶ . . Ar. Eq. 1282, X. Cyr. 1.6.17, etc.; οὐ μ., ἀλλὰ . . S. Ph. 555: μόνον is sts. omitted, μὴ τοὺς ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄπωθεν Th. 4.92, cf. E. Hipp. 359, Ph. 1480 (lyr.).
- 3 μόνον οὐ all but, well nigh, Ar. V. 516, D. 19.220, etc.; μόνον οὐκ ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς περιφέρουσι Pl. R. 600d: in codd. freq. written μονονού, Plb. 3.109.2, etc.; μονονουχί D. 1.2, Plb. 3.102.4.
- III κατὰ μόνας alone, Th. 1.32, 37, Is. 7.38, Arist. Pol. 1281b34, etc.
- IV μόνῃ, = μόνον, Plu. Gen.Socr. 2.583d codd. (Prob.from *μόνϝος.)
1. alleen, alleenstaand:
2. alleen, enig:
3. uniek, exclusief:
4. adv.
a. n. sing.
b.
c.
• Adv. μόνως , Xen. Mem. 1.5.5 u. öfter, u. Sp. – Häufiger μόνον, allein, bloß, nur, μόνον θεοὶ σῴζοιεν ἡμᾶς, Soph. Phil. 524, μὴ μόνον τῷ σώματι, 51, κοὐ λόγῳ δείξω μόνον, Aj. 800 ; μόνον δήλωσον ὃ φῄς, Plat. Phaedr. 261d, u. öfter beim imperat., wie unser nur, vgl. Aesch. Suppl. 1012, Xen. Mem. 3.11.18 ; μόνον μὴ συγκόψῃς με, conv. 8.6 ; μὴ χρώμενον μόνον, wenn er nur nicht anwendet, Plat. Legg. VII.824 u. sonst überall. Bes. οὐ μόνον … ἀλλά, nicht nur … sondern, wovon sich Beispiele überall finden ; auch οὐ μόνον … ἀλλʼ οὐδέ, Soph. frg. 663. Zuweilen fehlt es in dieser Vrbdg, οὐ statt οὐ μόνον, Valcken Eur. Phoen. 1489, Hipp. 359, 804, Wolf Lept. p. 292. Auch nach ἀλλά, wie ὅτι οὐ πώποθʼ ὁ ποταμὸς διαβατὸς γένοιτο πεζῇ, ἀλλὰ πλοίοισι, sondern nur mit Schiffen, Xen. An. 1.4.18, vgl. 3.2.13 ; – μόνον οὐ, wie tantum non, fast, beinahe, ὥστε μόνον οὐκ ἐπὶ ταῖς κεφαλαῖς περιφέρουσιν αὐτοὺς οἱ ἑταῖροι, Plat. Rep. X.600d ; Menex. 235c ; Isocr. 4.120 ; häufig bei Sp., wo geradezu μονονού geschrieben wird, Pol. 3.109.2 u. öfter ; auch μονονουχί, 3.102.4. – Κατὰ μόνας, Isae. 7.38 u. A., wird gew. in ein Wort geschrieben ; s. oben καταμόνας.
- a alone; by oneself, by itself ἔστα σὺν Ἀχιλλεῖ μόνος (sc. Πάτροκλος) O. 9.72 ὅ τʼ ἐξελέγχων μόνος ἀλάθειαν ἐτήτυμον Χρόνος O. 10.53 παῖς ὅνπερ μόνον ἀθανάτα τίκτεν Θέτις as her only son P. 3.100 παπτάναις ἀρίγνωτον πέδιλον δεξιτερῷ μόνον ἀμφὶ ποδί P. 4.96 ζεύγλᾳ πέλασσεν μοῦνος P. 4.227 μόνος γὰρ ἐκ Δαναῶν στρατοῦ θανόντος ὀστέα λέξαις υἱοῦ he alone of the nation of Danaoi P. 8.52 κίχε νιν λέοντί ποτʼ εὐρυφαρέτρας ὀβρίμῳ μούναν παλαίοισαν P. 9.27 δύο δέ τοι ζωᾶς ἄωτον μοῦνα ποιμαίνοντι τὸν ἄλπνιστον I. 5.12 τοῦτο γὰρ ἀθανάτοις τιμαῖς ποτιψαύει μόνον fr. 121. 3. τὸ γάρ ἐστι μόνον ἐκ θεῶν fr. 131b. 2. ]φρασάμαν μόνος[ ?fr. 345a. 8. emphasised by secondary phrase, (Πηλεὺς) ὃς καὶ Ἰαολκὸν εἷλε μόνος ἄνευ στρατιᾶς (byz.: μοῦνος codd.) N. 3.34 Σθενέλοιό μιν υἱὸς κέλευσεν μόνον ἄνευ συ[μμ]αχίας ἴμεν fr. 169. 45. repeated, unique, τέκεν γόνον ὑπερφίαλον μόνα καὶ μόνον P. 2.43
- b a single, one pl. pro sing. τέκε οἱ καὶ Ζηνὶ μιγεῖσα δαίφρων ἐν μόναις ὠδῖσιν Ἀλκμήνα διδύμων κρατησίμαχον σθένος υἱῶν P. 9.85
Strong 3441
1. adj., alone, solitary, forsaken: c. verb., Mt 14:23, Mk 6:47, Lk 9:36, al.; c. pron., Mt 18:15, Mk 9:2, al.; c. subst., Mk 9:8, Lk 4:8, al.; pleonast., οὐκ . . . εἰ μὴ μ., Mt 12:4, Lk 6:4, al.; attrib., only, (ὁ) μ. θεός, Jo 5:44 17:3, Ro 16:27, I Ti 1:17, Ju 25.
2. As adv.,
(a) neut., μόνον, alone, only: referring to verb or predic., Mt 9:21, Mk 5:36, Ja 1:22, al. (v. Bl., §44, 2); οὐ (μὴ) μ., Ga 4:18, Ja 1:22; οὐ μ. . . . ἀλλά (Bl., § 77, 133), Ac 19:26, I Jo 5:6, al.; id. seq. καί (Bl., § 81, 12), Ro 5:3 9:10, II Co 8:19, al.;
(b) κατὰ μόνας, alone (Bl., § 44, 1), Mk 4:10, Lk 9:18.
προστάσσει σοι ὁ ἀεὶ καὶ μ.
te lo ordena el eterno y único
Αὐτὸς γὰρ ὁ Αἰὼν Αἰώνος, ὁ μ. καὶ ὑπερέχων, ἀθεώρητος διαπορεύεται τὸν τόπον
pues El, el Eón de Eón, el único y que está por encima, recorre invisible el lugar
ἐπικαλοῦμαί σε, ἀέναε καὶ αγένητε, τὸν ὄντα ἕνα, μόνον τῶ<ν> πάντων συνέχοντα τὴν ὅλη<ν> κτίσιν
te invoco a ti, eterno y no creado, al que es uno, al único entre todos que sostiene la creación entera
- Ialone, left alone, forsaken solitary, Lat. solus, Hom., etc.; μοῦνος ἐών Hom.; μούνω ἄνευθʼ ἄλλων Od.
- 2c. gen., μόνος σοῦ without thee, Soph.; also, μοῦνος ἀπό τινος Hhymn., Soph.
- IIalone, only, μοῦνος παῖς υἱός an only son. Hom.; εἷς μόνος, μόνος εἷς Hdt., Soph.
- 2c. gen., μοῦνος πάντων ἀνθρώπων alone of all men, Hdt.; μόνος ἀνδρῶν Soph., etc.
- IIISup. μονώτατος, the one only person, one above all others, Ar., Theocr.
- Badv. μόνως, only, Thuc., Xen.
- IIthe common adv. is μόνον, alone, only, Lat. solum, Hdt., Attic; οὐχ ἅπαξ μ. Aesch.
- 2only, Lat. modo, with an imperat., ἀποκρίνου μ. Plat.; μή με καταπίῃς μ. Eur.
- 3the adj. often stands as an adv., χοίνικος μόνης ἁλῶν for a gallon of salt only, Ar.
- 4οὐ μόνον . ., ἀλλὰ καὶ . ., Ar., etc.:— μόνον, like Lat. solum, is sometimes omitted in these phrases, μὴ τοὺς ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπόθεν Thuc.
- 5μόνον οὐ, Like Lat. tantum non, all but, Ar., Dem.; μονονουχί Dem.
- IIIκατὰ μόνας, as adv. alone, Thuc.
-
…ἀγανακτοίη, ἀλλὰ πάντες ἂν περὶ τῶν τὰ τοιαῦτα ἐπιτηδευόντων τὰς ζημίας μικρὰς ἡγοῖσθε. καὶ ταῦτα οὐκ ἂν εἴη μόνον παρʼ ὑμῖν οὕτως ἐγνωσμένα, ἀλλʼ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι · περὶ τούτου γὰρ μόνου τοῦ ἀδικήματος καὶ ἐν δημοκρατίᾳ…
Lysias, Speeches
-
…λέγειν καὶ συμβουλεύειν ἡμῖν τοῦτο τὸ γράμμα. κινδυνεύει γὰρ οὐδὲ πολλαχοῦ εἶναι παράδειγμα αὐτοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὄψιν μόνον. πῶς τοῦτο λέγεις ; σκόπει καὶ σύ. εἰ ἡμῶν τῷ ὄμματι ὥσπερ ἀνθρώπῳ συμβουλεῦον εἶπεν ἰδὲ σαυτόν ,…
Plato, Alcibiades 1
-
…ὡς ἐγὼ ἔλεγον, μετὰ ἀδικίας. πάνυ ἄγαμαι, ἦν δʼ ἐγώ, ὦ Θρασύμαχε, ὅτι οὐκ ἐπινεύεις μόνον καὶ ἀνανεύεις, ἀλλὰ καὶ ἀποκρίνῃ πάνυ καλῶς. σοὶ γάρ, ἔφη, χαρίζομαι. εὖ γε σὺ ποιῶν…
Plato, Republic
-
…· ταῖς δʼ αὑτῶν ψυχαῖς πιστεύσαντες καὶ τῶν ἐπιόντων καταφρονήσαντες οἱ γεραίτεροι καὶ οἱ τῆς ἡλικίας ἐντὸς γεγονότες ἠξίουν αὐτοὶ μόνοι τὸν κίνδυνον ποιήσασθαι, οἱ μὲν ἐμπειρίᾳ τὴν ἀρετήν, οἱ δὲ φύσει κεκτημένοι · καὶ οἱ μὲν αὐτοὶ πολλαχοῦ…
Lysias, Speeches
-
…, καὶ ἐναντίαν τὴν δόξαν τῆς προτέρας λαβοῦσαι μᾶλλον ἐκ τῶν κινδύνων ἢ ἐκ τῶν σωμάτων ἔδοξαν εἶναι γυναῖκες. μόναις δʼ αὐταῖς οὐκ ἐξεγένετο ἐκ τῶν ἡμαρτημένων μαθούσαις περὶ τῶν λοιπῶν ἄμεινον βουλεύσασθαι, οὐδʼ οἴκαδε ἀπελθούσαις ἀπαγγεῖλαι τήν τε…
Lysias, Speeches
-
…ὡς τοῦτό ἐστιν ἡ πρόνοια. ἐγὼ δʼ ἡγοῦμαι, ὦ βουλή, ῥᾴδιον εἶναι γνῶναι ὅτι ψεύδεται, οὐ μόνον ὑμῖν τοῖς εἰωθόσι σκοπεῖσθαι περὶ τῶν τοιούτων, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἄλλοις ἅπασι. τῷ γὰρ ἂν δόξειε πιστὸν ὡς…
Lysias, Speeches
-
…τοῖς τῶν πολιτῶν χρήμασιν καὶ αὐτοὺς ἀνδραποδισάμενος δουλώσηται, ἀντὶ τούτων τῶν αἰσχρῶν ὀνομάτων εὐδαίμονες καὶ μακάριοι κέκληνται, οὐ μόνον ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ὅσοι ἂν πύθωνται αὐτὸν τὴν ὅλην ἀδικίαν ἠδικηκότα · οὐ γὰρ τὸ…
Plato, Republic
-
…παροῦσαν φιλίαν περὶ πολλοῦ ποιούμενοι πᾶσιν ἀνθρώποις φανερὰν τὴν αὑτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο. ἐτόλμησαν γὰρ μεγάλην ποιοῦντες τὴν Ἑλλάδα οὐ μόνον ὑπὲρ τῆς αὑτῶν σωτηρίας κινδυνεύειν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς τῶν πολεμίων ἐλευθερίας ἀποθνῄσκειν · τοῖς γὰρ Λακεδαιμονίων συμμάχοις περὶ…
Lysias, Speeches
-
…καὶ ταῦτα οὐκ ἂν εἴη μόνον παρʼ ὑμῖν οὕτως ἐγνωσμένα, ἀλλʼ ἐν ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι · περὶ τούτου γὰρ μόνου τοῦ ἀδικήματος καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ὀλιγαρχίᾳ ἡ αὐτὴ τιμωρία τοῖς ἀσθενεστάτοις πρὸς τοὺς τὰ μέγιστα δυναμένους ἀποδέδοται, ὥστε…
Lysias, Speeches
-
…μὲν πρότερον ὄντας φίλους φεύγοντας τὴν αὑτῶν ἀπορίαν, τοὺς δʼ ἐχθροὺς μέγα φρονοῦντας ἐπὶ ταῖς δυστυχίαις ταῖς τούτων ; μόνην δʼ ἄν μοι δοκοῦμεν ταύτην τοῖς ἐνθάδε κειμένοις ἀποδοῦναι χάριν, εἰ τοὺς μὲν τοκέας αὐτῶν ὁμοίως ὥσπερ ἐκεῖνοι περὶ…
Lysias, Speeches