δορά
δορά, a skin, hide
δορά2, beam
- skin when taken off, hide, of beasts, δ. αἰγῶν Thgn. 55; θηρῶν E. Cyc. 330, cf. Diog.Oen. 10; of birds, Hdt. 4.175; of men, Pl. Euthd. 285c; σατύρου Id. Smp. 221e; grape-skin, Ruf. Anat. 12.
- 2 rarely, skin on the living body, Ph. 2.100, Hld. 9.18.
- II flaying, Gal. 2.423.
- = δοκός (Cret.), EM 284.12; cf. δόρυ.
I
1 piel, pellejo separado del cuerpo:
a) de anim. c. especificación del animal en gen. o adj. deriv.
αἰγῶν
στρουθῶν καταγαίων
de los avestrucesδοραῖσι θηρῶν
ἵππων
τράγων
τοῦ ζῴου
ἐλάφου
λέοντος
χιμαίρης
(προβάτων)
τίγριος
νεβρίνῃ ... δορᾷ
λύκειος
λεοντεία
• c. otros adjs.
αἴθων δ.
piel leonadaἀρραγής
del León de Nemea
• en el culto,
παρέξουσιν οἱ ἐρανισταὶ τὰ καθήκοντα τῷ θεῷ, δε[ξιὸν] σκέλος καὶ δορὰν καὶ κεφαλήν
ἡ γλῶσ]σα καὶ ἡ δ.
b) humana
εἴ μοι ἡ δ. μὴ εἰς ἄσκον τελευτήσει
σατύρου
c) de un cuerpo vivo
τὴν τῆς κεφαλῆς δορὰν οἱ παρδάλεοι θῆρες ἀπέσυρον
ἀγέλαι ... ὀρνίθων ... διαξαίνουσι τὴν δοράν
δυσαλγὴς κατὰ τῆς δορᾶς ἁπάσης ἕλκωσις
2 pellejo, hollejo de la uva
δορᾷ ῥαγὸς σταφυλῆς ὅμοιον
II desolladura, laceración en disecciones
τῷ ... δέρματι ... ὑμὴν ὑποτέτακται συναφαιρούμενος αὐτῷ κατὰ τὰς δοράς
•De *dor-eHi̯2, de la r. de
cret. viga, EM 284.12G.
- a skin, hide, Theogn., Hdt.