εἰρύσιμον Save LSJ Bailly 2024 Pape εἰρύσῐμον [ῠ], τό, Ep. for ἐρύσιμον, Nic. Th. 894. εἰρύσιμον, v. ἐρύσιμον. εἰρύσιμον, τό, p. = ἐρύσιμον, Nic.