θυλάς Save LSJ Bailly 2024 Pape θῡλάς, άδος, ἡ, = foreg. [θῦλαξ], v. οὐλάς. θυλάς, άδος (ἡ) [ῡᾰδ] c. θύλακος, Anth. 7, 413. θυλάς, άδος, ἡ, = θύλακος, σκιπίωνι συνέμπορος Antip.Sid. 82 (VII.413).