θυλλίς Save LSJ Pape θυλλίς, ίδος, ἡ, – θύλακος, Hdn.Gr. 1.89, Hsch. θύλον· ὀλέθριον (leg. οὖλον), Id. θυλλίς, ίδος, ἡ, = θύλακος, VLL.