θῦλαξ
θῦλαξ, ᾰκος, ὁ,
- = θύλακος, Arcesil.Com. 1 D., Aesop. 15;= προσκεφάλαιον, Hsch.; cited fr. Hom. by Poll. 10.172; cj. in Sor. 1.57.
θῦλαξ, ακος (ὁ) [ῡᾰκ] c. θύλακος, Es. 15 Halm.
θῦλαξ, ακος, ὁ, oft v.l. für θύλακος.
θῦλαξ, ακος,
= θύλακος, Aesop.; θῡλάς, άδος, Anth.