θυλακόεις Save LSJ Bailly 2024 Pape θῡλᾰκό-εις, εσσα, εν, = foreg. [θυλακοειδής], Nic. Al. 403. θυλακόεις, όεσσα, όεν [ῡᾰ] c. le préc. Nic. Al. 403. θυλακόεις, [ῡ], εσσα, εν, sackähnlich, Nic. Al. 403.