θυμιατρίς
θῡμι-ᾱτρίς, ίδος, ἡ,
- = θυμιατήριον, Dam. Isid. 188.
θυμιατρίς, ίδος (ἡ) [ᾱ]
1 c. θυμιατήριον, Damasc. (Phot. Bibl. 347, 35) ||
2 celle qui brûle des parfums, qui encense, Nyss. 2, 743.
θυμιατρίς, [ῡ, ᾱ], ίδος, ἡ, = θυμιατήρ, Damasc. in Phot. bibl. p. 347.35.