θυμολιπής
θῡμο-λῐπής, ές, (λείπω)
- = λιπόθυμος, Call. Fr. 1.55P., Nonn. D. 37.540.
θυμο·λιπής, ής, ές [ῡῐ] qui a perdu courage, Nonn. D. 37, 540.
Étym. θ. λείπω.
θυμολιπής, [ῡ], = λειπόθυμος, Nonn. D. 37.540.