θυμολέαινα Save LSJ Bailly 2024 Pape θῡμο-λέαινα, ἡ, fem. of θυμολέων, AP 5.299 (Paul.Sil.). θυμο·λέαινα, ης [ῡ] adj. f. au cœur de lionne, Anth. 5, 300. Étym. θ. λέαινα. θυμολέαινα, [ῡ], ἡ, fem. zu θυμολέων, παρθένος Paul.Sil. 35 (V.300).