Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάμηλα
κάμηλα, camella
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
καμασῖνες
καμάσιον
καμασός
καμάσσυται
καμάσσω
καμαστίς
καματάω
καματεύω
καματηδόν
καματηρός
καματηφόρος
κάματος
καματουργία
καματόω
καματώδης
κάμβαλε
καμβατηθείς
καμβέστριον
Κάμβης
καμβολίαι
Καμβύλος
Καμβύσης
κάμε
κἀμέ
καμεῖν
Καμειραῖος
Κάμειρος
Καμερία
Καμερῖνοι
Καμέριοι
κάμηλα
καμηλάριος
καμηλασία
καμηλάσιον
καμηλάτης
καμήλειος
καμηλέμπορος
καμηληλασία
καμηληλάτης
καμηλίζω
καμηλικός
καμήλιον
καμηλίτης
καμηλοβάτης
καμηλοβοσκός
καμηλοκόμος
καμηλοπάρδαλις
καμηλοπόδιον
κάμηλος
καμηλοτροφέω
καμηλοτρόφος
καμηλώδης
καμηλών
καμηλωτή
Καμικός
Κάμιλλος
κάμιλος
καμιναία
καμιναῖος
καμινεία
καμινεύς
…
κάμηλα
Save
κάμηλα, camella
LSJ
κάμηλα [κᾰ], ἡ,
= Lat.
camella,
Edict.Diocl.
15.51.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}