Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καμήλιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάματος
καματουργία
καματόω
καματώδης
κάμβαλε
καμβατηθείς
καμβέστριον
Κάμβης
καμβολίαι
Καμβύλος
Καμβύσης
κάμε
κἀμέ
καμεῖν
Καμειραῖος
Κάμειρος
Καμερία
Καμερῖνοι
Καμέριοι
κάμηλα
καμηλάριος
καμηλασία
καμηλάσιον
καμηλάτης
καμήλειος
καμηλέμπορος
καμηληλασία
καμηληλάτης
καμηλίζω
καμηλικός
καμήλιον
καμηλίτης
καμηλοβάτης
καμηλοβοσκός
καμηλοκόμος
καμηλοπάρδαλις
καμηλοπόδιον
κάμηλος
καμηλοτροφέω
καμηλοτρόφος
καμηλώδης
καμηλών
καμηλωτή
Καμικός
Κάμιλλος
κάμιλος
καμιναία
καμιναῖος
καμινεία
καμινεύς
καμινευτήρ
καμινευτής
καμινευτικός
καμινεύτρια
καμινεύω
καμίνη
καμινία
καμινιαῖος
καμίνιον
καμίνιος
καμινίτης
…
καμήλιον
Save
LSJ
κᾰμήλ-ιον, τό, Dim. of
κάμηλος,
PHamb.
1.54.7 (ii/iii A.D.), etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}