καμηλοπόδιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰμηλο-πόδιον, τό, = πράσιον, Ps.-Dsc. 3.105. καμηλο·πόδιον, ου (τὸ) [ᾰ] marrube, plante, Diosc. 3, 119. Étym. κάμηλος, πούς. καμηλοπόδιον, τό, Kamelfuß, eine Pflanze, Diosc.