About
Menu

καμήλειος

καμήλειος, of a camel

κᾰμήλ-ειος, α, ον,
  • of a camel: καμήλεια (sc. κρέα) camelʼs flesh, Porph. Abst. 1.14 fin., cf. Gal. 8.183; κ. οὖρον PHolm. 15.18.

Saved

Recent