Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατολοφυρμός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κάτοικος
κατοικοφθορέω
κατοικτειρέω
κατοικτείρω
κατοικτίζω
κατοικτίρω
κατοίκτισις
κάτοικτος
κατοιμώζω
κατοινόομαι
κάτοινος
κατοινόω
κατοινύσαι
κατοίομαι
κατοίσεται
κατοίσομαι
κατοίσω
κατοιχνέω
κατοίχομαι
κατοιωνίζομαι
κατοκλάζω
κατοκνέω
κατοκωχή
κατοκώχιμος
κατολιγωρέω
κατολισθαίνω
κατολισθάνω
κατολίσθησις
κατόλλυμι
κατολολύζω
κατολοφυρμός
κατολοφύρομαι
κατομβρέομαι
κατομβρέω
κατομβρία
κατομβρίζομαι
κατομβρίζω
κατόμβριμος
κατόμβριος
κατόμβρισις
κάτομβρος
κατόμνυμι
κατομόργνυμι
κατομφάλιος
κατονειδίζω
κατονειδιστήρ
κατονεύομαι
κατονίναμαι
κατονίνημι
κατονομάζω
κατόνομαι
κατονομαξία
κατονόμαξις
κατονομασία
κατονόμασις
κατονόμαστος
κάτοξος
κατοξύνω
κάτοξυς
κατοπάζω
κατόπερ
…
κατολοφυρμός
Save
Bailly 2024
κατολοφυρμός,
οῦ
(
ὁ
)
c.
ὀλοφυρμός,
Jos.
B.J.
5, 1, 3
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}