Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κατονεύομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατοίσω
κατοιχνέω
κατοίχομαι
κατοιωνίζομαι
κατοκλάζω
κατοκνέω
κατοκωχή
κατοκώχιμος
κατολιγωρέω
κατολισθαίνω
κατολισθάνω
κατολίσθησις
κατόλλυμι
κατολολύζω
κατολοφυρμός
κατολοφύρομαι
κατομβρέομαι
κατομβρέω
κατομβρία
κατομβρίζομαι
κατομβρίζω
κατόμβριμος
κατόμβριος
κατόμβρισις
κάτομβρος
κατόμνυμι
κατομόργνυμι
κατομφάλιος
κατονειδίζω
κατονειδιστήρ
κατονεύομαι
κατονίναμαι
κατονίνημι
κατονομάζω
κατόνομαι
κατονομαξία
κατονόμαξις
κατονομασία
κατονόμασις
κατονόμαστος
κάτοξος
κατοξύνω
κάτοξυς
κατοπάζω
κατόπερ
κατόπιθεν
κατόπιν
κατόπισθε
κατόπισθεν
κατοπίσω
κατοπτάω
κατοπτεία
κατόπτευσις
κατοπτευτήριος
κατοπτεύω
κατοπτήρ
κατοπτήριος
κατόπτης
κατόπτησις
κατοπτία
κατοπτικός
…
κατονεύομαι
Save
LSJ
κατονεύομαι,
v.l. for ὀνεύομαι,
Gal.
19.126.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}