κόμης
κόμης, comes
κόμης, ητος, ὁ,
- = Lat. comes, κ. πρώτου βαθμοῦ CIG 4361 (Side), cf. IG 14.1076, Zos. 5.2, Cod.Just. 1.4.20, etc.: gen. pl. κομίτων IG 3.635:—Adj. κομητικός, ή, όν, PLond. 1.113.6c. 24.