Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπαριάζω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λιουϊανός
Λιουΐλλα
Λιούϊος
λιπ-
λίπα
λιπάδελφος
λιπάζω
λιπαίνω
λιπαλγής
λιπανδρ-
λιπανδρέω
λιπανδρία
λιπανθρωπία
λίπανσις
λιπαντέον
λιπαντικός
Λίπαξος
Λιπάρα
Λιπαραῖος
λιπαράμπυξ
λιπαραυγής
Λιπαρεῖς
Λιπαρεύς
λιπαρέω
Λιπάρη
λιπαρής
λιπάρησις
λιπαρητέον
λιπαρητέος
λιπαρία
λιπαριάζω
λιπαρίσχιος
λιπαροβῶλαξ
λιπαρόγειος
λιπαρόζωνος
λιπαρόθρονος
λιπαροκρήδεμνος
λιπαρόμματος
λιπαροπλόκαμος
λιπαροποιέω
λιπαροποιός
λιπαρός
Λίπαρος
λιπαρόσκηπτρος
λιπαροστέλεχος
λιπαρότης
λιπαρότροφος
λιπαρόχροος
λιπαρόχρους
λιπαρόχρως
λιπαρῶς
λιπαρώψ
λίπας
λίπασμα
λιπασμός
λιπαυγέω
λιπαυγής
λιπαυρεῖ
λιπαυρέω
λιπάω
λιπεῖν
…
λιπαριάζω
Save
LSJ
λῐπᾰρ-ιάζω,
gloss on λιπαίνομαι,
An.Ox.
2.470.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}