Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπαροστέλεχος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιπαντέον
λιπαντικός
Λίπαξος
Λιπάρα
Λιπαραῖος
λιπαράμπυξ
λιπαραυγής
Λιπαρεῖς
Λιπαρεύς
λιπαρέω
Λιπάρη
λιπαρής
λιπάρησις
λιπαρητέον
λιπαρητέος
λιπαρία
λιπαριάζω
λιπαρίσχιος
λιπαροβῶλαξ
λιπαρόγειος
λιπαρόζωνος
λιπαρόθρονος
λιπαροκρήδεμνος
λιπαρόμματος
λιπαροπλόκαμος
λιπαροποιέω
λιπαροποιός
λιπαρός
Λίπαρος
λιπαρόσκηπτρος
λιπαροστέλεχος
λιπαρότης
λιπαρότροφος
λιπαρόχροος
λιπαρόχρους
λιπαρόχρως
λιπαρῶς
λιπαρώψ
λίπας
λίπασμα
λιπασμός
λιπαυγέω
λιπαυγής
λιπαυρεῖ
λιπαυρέω
λιπάω
λιπεῖν
λιπέλαιον
λιπεργάτης
λιπερνέω
λιπερνής
λιπερνήτης
λιπερνῆτις
λιπερνίτης
λιπερνῖτις
λιπεσάνωρ
λιπεσήνωρ
λιπήμεροι
λιπήμερος
λιπο
λιπόβιοι
…
λιπαροστέλεχος
Save
Pape
λιπαροστέλεχος
,
mit fettem Stamme
, von der Fichte, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}