Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπαροποιός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιπανδρέω
λιπανδρία
λιπανθρωπία
λίπανσις
λιπαντέον
λιπαντικός
Λίπαξος
Λιπάρα
Λιπαραῖος
λιπαράμπυξ
λιπαραυγής
Λιπαρεῖς
Λιπαρεύς
λιπαρέω
Λιπάρη
λιπαρής
λιπάρησις
λιπαρητέον
λιπαρητέος
λιπαρία
λιπαριάζω
λιπαρίσχιος
λιπαροβῶλαξ
λιπαρόγειος
λιπαρόζωνος
λιπαρόθρονος
λιπαροκρήδεμνος
λιπαρόμματος
λιπαροπλόκαμος
λιπαροποιέω
λιπαροποιός
λιπαρός
Λίπαρος
λιπαρόσκηπτρος
λιπαροστέλεχος
λιπαρότης
λιπαρότροφος
λιπαρόχροος
λιπαρόχρους
λιπαρόχρως
λιπαρῶς
λιπαρώψ
λίπας
λίπασμα
λιπασμός
λιπαυγέω
λιπαυγής
λιπαυρεῖ
λιπαυρέω
λιπάω
λιπεῖν
λιπέλαιον
λιπεργάτης
λιπερνέω
λιπερνής
λιπερνήτης
λιπερνῆτις
λιπερνίτης
λιπερνῖτις
λιπεσάνωρ
λιπεσήνωρ
…
λιπαροποιός
Save
Pape
λιπαροποιός
,
fettmachend
, Eust. 743.34.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}