λιταργισμός Save LSJ Pape λῐταργ-ισμός, οῦ, ὁ, = σκιρτήματα, in pl., Sch. Ar. Nu. 1255. λιταργισμός, ὁ, die Eile, der Lauf, nach Schol. Ar. Nub. 1234 = σκιρτήματα.