μαινόλιος
μαινόλιος, α, ον, = foreg., of Dionysus, AP 9.524.13.
μαινόλιος, ου, adj. m. c. le préc. 1, Anth. 9, 524, 13.
μαινόλιος, = μαινόλης, so heißt Bacchus, Hymn. in Bacch. (IX.524.13).
μαινόλιος, α, ον
= μαινόλης, Anth.