About Report a problem

Menu

μαιμάσσω

μαιμάσσω,
  • = μαιμάω, AP 9.272 (Bianor); ἐμαίμασσεν ἐκ κοιλίας μητρός LXX Jb. 38.8; dub.l., ib. Je. 4.19.

Saved

Recent