About
Menu

μαλός

μαλός, white

μαλός2, [white-tailed]

μᾱλός (A), ή, όν, epith. of a goat,
  • white, Theoc. Ep. 1.5, cf. Hsch.
μᾰλός (B), ή, όν,
  • = ἀμαλός, only in ἄρνα μαλήν, a wrong division of ἄρνʼ ἀμαλήν, Il. 22.310. μαλοσόα ὁδός· ᾗ τὰ πρόβατα βαδίζει, Hsch. (μαλόσα cod.); cf. ἱπποσόα, μηλοσόη. μάλουρος, ον, and fem. μάλουρις, white-tailed, Id. μᾱλοφόρος, μᾱλοφύλαξ, Dor. for μηλοφ-. μαλόχιον· σπαθητόν, Id.

Saved

Recent