μαλόβαθρον Save LSJ Pape μαλόβαθρον, v. μαλάβαθρον. μᾱλοκόμος, Dor. for μηλ-, Hymn.Is. 164. μᾶλον, τό, Dor. for μῆλον. μαλόβαθρον, τό, = μαλάβαθρον.