Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαμιρά
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μάλλωνες
μάλλωσις
μαλλωτάριον
Μαλλώτης
μαλλωτός
μαλόβαθρον
μαλογενές
μαλογενής
μαλοδροπεύς
μαλόεις
Μαλόεις
μᾶλον
μαλοπάραυος
μαλοπάρῃος
μαλός
μαλουρίς
μάλουρος
μαλοφορέω
μαλοφόρος
μαλοφύλαξ
μαλόω
Μαλχίων
Μάλχος
μάματα
Μαμέρκιοι
Μάμερκος
Μάμερσα
Μαμερτῖνος
Μαμέρτιον
Μάμερτος
μαμιρά
μάμμα
μαμμαία
Μαμμάκυθος
μαμμάκυθος
μαμμᾶν
μαμμᾶν αἰτεῖν
μαμμάριον
μάμματα
μάμμη
μαμμία
μαμμιάω
μαμμίδιον
μαμμικός
μαμμίον
μαμμόθρεπτος
μαμμοπάτωρ
μάμμος
Μαμμωνᾶ
μαμμωνυμικῶς
μαμμῷος
Μαμούριος
μαμωνᾶς
Μαμωνᾶς
μάν
Μαναήν
μανάκιν
μανάκιον
μανάκις
μανάσιος
Μανασσῆς
…
μαμιρά
Save
LSJ
μαμιρά, ἡ, a medicinal root,
Aët.
12.64 (-ηρά),
Alex.Trall.
2,
Paul.Aeg.
7.3.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}