μᾶλον
μᾶλον, v. μῆλον.
μᾶλον, τό, dor. = μῆλον², Pind. frg. 221.
μᾱλον
- 1apple met., test., Libanius, ep. 36. 1, Πίνδαρός πού φησιν εἶναι μάλων χρυσῶν φύλαξ, τὰ δʼ εἶναι Μουσῶν καὶ τούτων ἄλλοτε ἄλλοις νέμειν (μήλων codd.: corr. Boeckh) fr. 288.