μαντήϊον
μαντήϊον, v. μαντεῖον.
μαντήϊον, = μαντεῖον, sowohl Orakelort, τὸ ἐν Δελφοῖσι, Her. 1.48 u. öfter, als der Orakelspruch, 2.111, 174.
μαντήϊον
τό
[μαντεύομαι.]
A prophetic warning : μαντήϊα τειρεσίαο κίρκης τε Od. 12.272.