μανόσπορος
μανόσπορος, thinly sown
μανό-σπορος, ον,
- thinly sown, Thphr. CP 3.21.5.
μανό·σπορος, ος, ον [ᾱ] clairsemé, Th. C.P. 3, 21, 5.
Étym. μανός, σπείρω.
μανόσπορος, [ᾱ], dünn gesät, Theophr.