Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μανόκαρπος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μανίκια
μανικός
Μανικός
μανικώδης
μανικῶς
Μανίλιος
Μανίλλιος
μανιόκηπος
μανίον
μανιοποιέω
μανιοποιός
Μάνιος
μανιουργέω
μᾶνις
Μάνις
Μανιχαῖος
μανίω
μανιώδης
μανιωδῶς
Μάνλιος
μάννα
μαννάκιον
μαννάριον
μάννινον
μαννοδότης
μάννος
μαννοφόρος
μαννώδης
Μανόδωρος
μανοειδής
μανόκαρπος
μανός
μάνος
μανοσπορέω
μανόσπορος
μανόστημος
μανότης
μανόφυλλος
μανόχροος
μανόω
μαντεία
μαντεῖον
μαντεῖος
μάντευμα
μαντεύομαι
μαντευτέον
μαντευτέος
μαντευτής
μαντευτική
μαντευτικός
μαντευτός
μαντεύτρια
μαντεύω
μαντηι
μαντηΐη
μαντήϊον
μαντήιον
μαντήϊος
μαντήιος
μάντης
Μαντιάδας
…
μανόκαρπος
Save
Pape
μανόκαρπος
, [μᾱ],
mit einzelnen, zerstreuten Früchten
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}