μαστίγιον
μαστίγιον, whip
μαστῑγ-ιον, ου, τό,
- Dim. of μάστιξ, whip, M.Ant. 10.38.
μαστίγιον, ου (τὸ) [τῑ] dim. de μάστιξ, M. Ant. 10, 38.
μαστίγιον, τό, dim. zu μάστιξ, St.B. v. Δωδώνη.
μαστίγιον, whip