μαστίγωσις
μαστίγωσις, whipping, flogging
μαστῑγ-ωσις, εως, ἡ,
- whipping, flogging, Charicles ap. Ath. 8.350c (pl.).
μαστίγωσις, εως (ἡ) [ῑγ] flagellation, Ath. 350c.
Étym. μαστιγόω.
μαστίγωσις, ἡ, das Peitschen, Geißeln, Ath. VIII.350b.