Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαστιγεύς
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μάσσης
μάσσησις
μασσητήρ
Μασσινισσᾶς
μᾶσσον
μασσότερον
μάσσω
μάσσων
μάστα
μαστάζω
μασταλίδες
Μαστανάβας
μάσταξ
μασταρίζω
μαστάριον
μασταρύζω
Μάσταυρα
μαστεία
μάστειρα
Μάστειρα
μαστείω
μάστευσις
μαστευτέον
μαστευτής
μαστεύω
μαστήρ
μαστήριος
μάστι
Μαστιανοί
μαστιάω
μαστιγεύς
μαστιγέω
μαστιγία
μαστιγίας
μαστιγιάω
μαστίγιον
μάστιγμα
μαστιγονομέομαι
μαστιγονόμος
μαστιγόπληκτος
μαστιγοφορέω
μαστιγοφόρος
μαστιγόω
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγωτέος
μαστιγωτικός
μαστίδιον
μαστίζω
μαστίκτειρα
μαστικτήρ
μαστίκτωρ
μάστιν
μάστιξ
μαστίον
μαστιόων
μάστις
μαστίσδοιεν
μαστίσδω
μαστιστής
μαστιχᾶτον
…
μαστιγεύς
Save
Pape
μαστιγεύς
, [ῑ], ὁ,
der Geißler
, alte
v.l.
für στιγεύς, Her. 7.35.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}