μαστιγέω Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape μαστῑγ-έω, f.l. for μαστιγόω (q.v.). μαστιγέω-ῶ [ῑ] fouetter, Hdt. 1, 114 (corr. μαστιγόω). Étym. μάστιξ. μαστιγέω zie μαστιγόω. μαστιγέω, [ῑ], = μαστίζω, geißeln, τὸν παῖδα μαστιγέων, Her. 1.114.