Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαστιγωτικός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μάσταυρα
μαστεία
μάστειρα
Μάστειρα
μαστείω
μάστευσις
μαστευτέον
μαστευτής
μαστεύω
μαστήρ
μαστήριος
μάστι
Μαστιανοί
μαστιάω
μαστιγεύς
μαστιγέω
μαστιγία
μαστιγίας
μαστιγιάω
μαστίγιον
μάστιγμα
μαστιγονομέομαι
μαστιγονόμος
μαστιγόπληκτος
μαστιγοφορέω
μαστιγοφόρος
μαστιγόω
μαστιγώσιμος
μαστίγωσις
μαστιγωτέος
μαστιγωτικός
μαστίδιον
μαστίζω
μαστίκτειρα
μαστικτήρ
μαστίκτωρ
μάστιν
μάστιξ
μαστίον
μαστιόων
μάστις
μαστίσδοιεν
μαστίσδω
μαστιστής
μαστιχᾶτον
μαστιχάτον
μαστιχάω
μαστιχέλαιον
μαστίχη
μαστιχηρά
μαστίχινος
μαστίω
μαστόδεσμος
μαστόδετον
μαστοειδής
Μαστορίδης
μαστός
μαστοφαγής
μαστρεία
μαστρία
μαστρικός
…
μαστιγωτικός
Save
LSJ
μαστῑγ-ωτικός, ή, όν,
gloss on μάστειρα (q. v.), Sch.
A.
Supp.
163.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}