μεγάλωμα Save μεγάλωμα, might LSJ Bailly 2024 μεγᾰλ-ωμα, ατος, τό, might, ῥάβδος μεγαλώματος LXX Je. 31(48).17. μεγάλωμα, ατος, (τὸ) [γᾰ] grandeur, Spt. Jer. 31, 17. Étym. μεγαλόω.