Μεγάρα
Μεγάρα, pr.n. (f.)
Μεγάρα, ας (ἡ) [ᾰᾱ] Mégara, f. Pd. I. 3, 82 ||
➳ Ion. Μεγάρη, Od. 11, 269.
Μεγᾰρα daughter of Kreon of Thebes, wife of Herakles
- 1αὔξομεν ἔμπυρα χαλκοαρᾶν ὀκτὼ θανόντων τοὺς Μεγάρα τέκε οἱ Κρεοντὶς υἱούς I. 4.64