μεγαλωπός
μεγαλωπός, large-eyed
μεγᾰλ-ωπός, όν,
- large-eyed, Opp. C. 2.177.
μεγαλ·ωπός, ός, όν, (ὁ) [ᾰ] aux grands yeux, Opp. C. 2, 177.
Étym. μ. ὤψ.
μεγαλωπός, großäugig, Opp. Cyn. 2.177.
μεγαλωπός, large-eyed