μεγάνωρ
μεγάνωρ, man-exalting
μεγάνωρ [ᾱ], ορος, ὁ, ἡ,
- = μεγαλήνωρ, πλοῦτος Pi. O. 1.2.
μεγ·άνωρ, ορος (ὁ) [ᾱ] c. μεγαλήνωρ, Pd. O. 1, 4.
μεγάνωρ, ορος, den Mann verherrlichend, πλοῦτος, Pind. Ol. 1.2. Vgl. μεγαλήνωρ.
μεγᾱνωρ
- 1lordly μεγάνορος ἔξοχα πλούτου O. 1.2
μεγάνωρ
μεγ-ά_νωρ, ορος, ὁ, ἡ,
ἀνήρ
- man-exalting, Pind.